Home

Λαθρομετανάστευση, εγκληματικότητα, ΜΜΕ και το… φαντασιακό

May 22, 2008

ΜΜΕ, ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΙ “ΕΧΘΡΟΙ” & ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Του Γιάννη Πανούση, καθηγητή Εγκληματολογίας

9 Απριλίου 2008

Περί ΜΜΕ γενικώς

Η κοινωνία των μαζών και το άτομο με την ψευδή συνείδηση διαπλάθονται μέσα από τη σημασιοδότηση λέξεων, εικόνων και γεγονότων που αποκτούν ιδιαίτερη κοινωνική σημασία και προσδιορίζουν κάθε φορά το κοινωνικά αποδεκτό ή κατακριτέο. Τα ΜΜΕ δεν είναι ο καθρέφτης της πραγματικότητας αλλά δομούν μιαν άλλη “πραγματικότητα” με στόχο την (υπο-)λανθάνουσα πίεση προς τον αναγνώστη να “κατανοήσει” τον κόσμο κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Είτε προβάλλουν μια συναινετική εικόνα της κοινωνίας (τα άτομα έχουν συμφωνήσει σε έναν αριθμό αξιών, ιδεών κ.λπ.) και ικανοποιούν έτσι την κοινή γνώμη (καλλιεργώντας ένα κοινά αποδεκτό lifestyle), είτε τρομάζουν το κοινό με την προβολή συγκρουσιακών εικόνων της κοινωνίας (έγκλημα, ψυχική εξαθλίωση κ.λπ.), δεν στοχεύουν στη ανάλυση και ερμηνεία των αιτίων (τα οποία πάντα αποσιωπούνται εξωραΐζοντας την κρίση), αλλά τείνουν σε ομογενοποιήσεις και ομοιομορφοποιήσεις.

Η λαγνεία της βίας και του τρόμου μέσα από τα Media εδραιώνει στερεότυπες αντιλήψεις και (αντι)στερεότυπες αντιδράσεις. Οι μύθοι και η δραματοποίηση καλλιεργούν τον ηθικό πανικό και αυτός με τη σειρά του -αποβάλλοντας και απορρίπτοντας κάθε επιστημονικό ή λογικό επιχείρημα- ζητάει τον δια πυράς θάνατο ή την εφαρμογή του νόμου του Λυντς[1] .

Η μαζική κοινωνία και η μαζική πληροφόρηση δεν απροσωποποιούν μόνο. Εξοστρακίζουν επίσης κάθε προσωπική επαφή – επικοινωνία του δέκτη με το αντικείμενο.

Το προκατασκευασμένο σχήμα αντίληψης αναπτύσσει την προκατάληψη, αποθαρρύνει την αμεροληψία και αποπροσανατολίζει την κρίση. Έτσι η επικοινωνία, από όρος για μια αληθινή κοινωνία, μεταβάλλεται σε προϋπόθεση για μια ψευδή συνείδηση και έναν αλλοτριωμένο και απροστάτευτο άνθρωπο.

Ο τηλεοπτικός “άλλος” – εχθρός

Η πρόσληψη, η στάση, η μη-ανεκτικότητα του διαφορετικού, του ξένου, του “άλλου”[2] δεν είναι ίδια σε κάθε επιμέρους ομάδα διότι πολλές φορές δεν επηρεάζεται μόνον από την ταυτότητά τους[3] αλλά και από την ένταση της αρνητικής προβολής των χαρακτηριστικών τους από τα ΜΜΕ (που συνεχίζουν να είναι οι κύριες -αν όχι οι αποκλειστικές- πηγές πληροφόρησης της κοινής γνώμης γύρω από τα ζητήματα των μεταναστών)[4] .

Κοινό στοιχείο “των άλλων” είναι η εθνικότητά τους από την οποία προκύπτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (συνήθως αρνητικά) τα οποία γενικευόμενα απροσωποποιούν τον κάθε μετανάστη[5].

Εθνικοί εχθροί, εγκληματίες, μαφιόζοι, δόλιοι, απειλητικοί, ταραξίες είναι ορισμένα μόνον από “τα κοσμητικά επίθετα” με τα οποία συνοδεύουν οι εφημερίδες (της Θεσ/κης εν προκειμένω) τους Εβραίους, Βαλκάνιους, Ρωσοπόντιους, Τούρκους, Τσιγγάνους κ.λπ.)[6].

Η ταύτιση -μέσω των κατασκευών από τα ΜΜΕ- του μετανάστη ή με τον Κλέφτη/Δολοφόνο[7] ή με τον Τρομοκράτη[8], η δαιμονοποίηση, η στερεοτυπική αναπαράσταση, ο ηθικός πανικός, η ακύρωση του δικού τους λόγου[9], η αντιπαράθεση του ευγενικού έλληνα οικογενειάρχη με τον ύποπτο και επικίνδυνο αλλοδαπό[10] κάνουν την εμφάνισή τους ακόμα και σε προοδευτικά έντυπα[11].

Ομοιογενής διαχείριση στο όνομα της ομογενοποίησης;  Απαξιωτικοί όροι, ψευδεπίγραφες αντιστίξεις καλού κακού (θετική -αρνητική εικόνα) υποτιμητικές εκφράσεις, περιφρονητικές αναφορές βαραίνουν περαιτέρω το κλίμα.

Εκτός από την ανάλυση περιεχομένου των μηνυμάτων που εκπέμπουν τα ΜΜΕ σε σχέση με τους μετανάστες έχει ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς ποια είναι τα χαρακτηριστικά των δημοσιογράφων που καλύπτουν τέτοια θέματα[12]. Από τις σχετικές έρευνες προκύπτει ότι οι δημοσιογράφοι που γράφουν για τα ζητήματα των μεταναστών δεν είναι ειδικοί (71,1%) ή ανήκουν στο αστυνομικό ρεπορτάζ (32,2%)[13] , ότι οι πηγές πληροφόρησης είναι το internet (81,4%) και οι συνάδελφοί τους (64%)[14] , ότι η ειδησεογραφία έχει σχέση με τη λαθραία είσοδο (52,9%), το δουλεμπόριο(46,9%), την πορνεία (39,7%) και τις κλοπές- ληστείες (38,1%)[15]. Επίσης το 73,4% των δημοσιογράφων πιστεύει ότι οι μετανάστες πρέπει να αφομοιωθούν και το 88,3% να προσαρμοστούν[16]. Τέλος σχεδόν όλοι (93,5%) υποστηρίζουν ότι τα θέματα πρέπει να καλύπτονται με βάση Κώδικα Δεοντολογίας και όχι να παρουσιάζονται με υπερβολές (69,7%) ή με προκαταλήψεις (56,5%) όπως συμβαίνει σήμερα[17] .

Οι μετανάστες αποκτούν -συνήθως μέσω των Media μια κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα, αρνητικά νοηματοδοτημένη, άτυπη μεν αλλά με κρίσιμη επικοινωνιακή ισχύ[18]. Η ταυτότητα και η ετερότητα γίνονται αντικείμενο επικοινωνιακών μύθων[19] και η κατασκευή της εγκυρότητας[20] απο-προσανατολίζει κατά περίσταση/ περίπτωση[21] .

Ο τηλεοπτικός λόγος που αναφέρεται στους μετανάστες συνιστά μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις εθνοκεντρικές κορώνες[22]. Η μιντιακή εικόνα του μετανάστη είναι ένα είδωλο[23] που αντί να διευκολύνει τη δημιουργία διαταυτοτήτων, ενισχύει τις αντιθέσεις και διαφορές[24] ή και οξύνει τις τραυματικές μνήμες του παρελθόντος[25].

Η προβολή των προβλημάτων των μεταναστών από τα ΜΜΕ εξαρτάται και από τις σχέσεις των Media με το Κράτος και το πολιτικό κατεστημένο[26], το οποίο φοβάται ότι μέσω της ανασφάλειας των πολιτών θα χάσει τον έλεγχο της κοινωνίας[27].

Άλλοι ισχυρίζονται ότι η απόκρυψη θα οδηγήσει σε boomerang effect και προτιμούν μια κατευθυνόμενη πληροφόρηση[28]· άλλοι υποστηρίζουν την παραπληροφόρηση. Σε κάθε περίπτωση η πληροφόρηση για τη μειοψηφία είναι μεροληπτική[29]. Υπερβολική όταν πρόκειται για εγκλήματα μεταναστών, φειδωλή όταν αφορά στα επιτεύγματά τους[30]. Πολλές μάλιστα ρατσιστικές εκπομπές υποστηρίζουν ότι υπάρχει ένα κοινό το οποίο -με βάση το δικαίωμα στην πληροφόρηση- πρέπει να ενημερωθεί (ακόμα και) για θέματα που ενισχύουν τις ξενοφοβικές προκαταλήψεις του[31] .

Η θεατότητα των εγκλημάτων που τελούν αλλοδαποί[32] και το αθέατο της οδύσσειας του μετανάστη-θύματος[33], οι φιλήσυχοι (και αθώοι;) αποκλειστές[34] και η έλλειψη προοπτικής[35] αυτών που “δεν θα γίνουν ποτέ έλληνες”[36] διαμορφώνουν ένα φαύλο κύκλο αρνητικής κοινωνικής αλληλεπίδρασης[37] μέσα στον οποίο γεννώνται οι εκ-ρήξεις[38].

Ο ρατσιστικός λόγος (ή και διάλογος) νομιμοποιεί τον αποκλεισμό κοινωνικών ομάδων από το πεδίο των δικαιωμάτων μέσα και από τη θεαματοποίηση των αρνητικών πλευρών της ζωής των μεταναστών (εντυπωσιακοί χαρακτηρισμοί, δυσανάλογη προβολή κ.λπ.)[39].

Αστυνομικά δελτία και δημοσιογράφοι διαπλέκουν ψήγματα ρατσιστικών τηλεοπτικών ιδεολογημάτων με αντίστοιχες (ή ανάλογες) αντιλήψεις του κοινού (και ιδίως της ενδο-ομάδας)[40].

Η συνεχής, αποσπασματική και προκατειλημμένη σύγκριση του μετανάστη με το επίπεδο της χώρας υποδοχής[41] γίνεται εκ του πονηρού με αποτέλεσμα οι σχέσεις “ξένων-Κράτους” να κινούνται πάντοτε στο πεδίο των εκατέρωθεν υποψιών[42].

Οι μετανάστες ως άνθρωποι σε κατάσταση ανάγκης[43] θέλουν -σε πρώτη τουλάχιστον φάση και για λόγους αυτοσυντήρησης- να ζήσουν μόνοι τους και απομονωμένοι[44]. Η κοινωνία των ντόπιων και η κοινωνία των ξένων χωρίζονται από τείχη κοινωνικών προκαταλήψεων αλλά και από διαμεσολαβήσεις μιντιακών εικόνων παραπληροφόρησης[45].

Γι’ αυτό και η καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας αλλά και των συναφών μισαλλοδοξιών πρέπει να γίνει και μέσω ενός κώδικα δεοντολογίας και αυτορύθμισης που θα προωθεί το σεβασμό και την κατανόηση και θ’ απορρίπτει στερεότυπες και ψευδείς εικόνες[46]. Ο ρόλος στο σημείο αυτό του ΕΣΡ, της ΕΣΗΕΑ και των πανεπιστημιακών Τμημάτων Επικοινωνίας είναι κρίσιμος.

Η εθνικιστική ρητορική[47] και ο λόγος του μίσους[48] δεν αναδεικνύουν ένα ηθικό λάθος αλλά μια επικίνδυνη άγνοια της πολιτικής και ιστορικής συγκυρίας.

Διαπιστώνουμε λοιπόν μια κρίση του Διαφωτισμού[49] που σοβεί και στην ένοχη συνείδηση των σύγχρονων διανοουμένων κι εκφράζεται στα φοβικά Media, τα οποία συμπράττουν σε μια “οργανωμένη επιχείρηση αθωότητας”[50] .

Φοβική πολιτική;

Οι ρατσιστικές αντιλήψεις ως προς τους μετανάστες επηρεάζουν (και χρωματίζουν) τη μεταναστευτική πολιτική ένταξης και τη νομοθεσία[51] . Στους “από τα μέσα αποκλεισμένους” (περιθωριακούς)[52] προστίθενται τα θύματα μιας ιδιόμορφης ποινικοποίησης και καταστολής[53].

Η (ρατσιστική) συμπεριφορά/ αντίληψη των κοινωνικών διακρίσεων και των διωγμών δεν αφορά μόνο τις δι-ανθρώπινες σχέσεις αλλά εμφιλοχωρεί στον πολιτικό λόγο και στους νόμους του Κράτους[54]. Ακόμα και η δικαιοσύνη δεν είναι πάντοτε “φυλετικά ουδέτερη και άχρωμη”[55].

Μπορεί στη χώρα μας να μην έχει αναπτυχθεί μια φυλετικοποίηση (racia -lisation) της μετανάστευσης τούτο όμως δεν σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε στους ξένους αστικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα γι’ αυτό και τους αφήνουμε για καιρό σε μια νομική (και πραγματική) κατάσταση εντός/ εκτός[56].

Αρνούμενοι όμως στους άλλους το δικαίωμα να υπάρχουν αποδεχόμαστε -εκτός των άλλων- και τους κινδύνους κάποιοι άλλοι να μη θέλουν να υπάρχουμε (ούτε) εμείς[57] .

Η ταυτότητά τους δεν μπορεί να συγκροτηθεί με τις “απαρνήσεις του παρελθόντος τους”[58]. Η ιστορικότητα και η προοπτική πρέπει να συνυπάρχουν[59]. Το τότε, το τώρα και το αύριο δομούν από κοινού την πολιτισμική ταυτότητα[60].

Η απορροφητική δύναμη της φιλόξενης και ανοικτής ελληνικής κοινωνίας ως τόπου υποδοχής μεταναστών[61] εξαρτάται από την υιοθετούμενη κατά καιρούς πολιτική. Η ταύτιση/ αφομοίωση συνιστά π.χ. τρόπο προσαρμογής ο οποίος δεν συν-εκτιμάει τα πολιτισμικά στοιχεία των μεταναστών, η ένταξη δεν απαλλοτριώνει τις ρίζες καταγωγής ενώ η πολυπολιτισμικότητα προϋποθέτει αμοιβαία αναγνώριση του δικαιώματος της πολιτισμικής ετερότητας και διαφοράς[62].

Βέβαια πολλές φορές τόσο ο διαχωρισμός (τύπου αντίστροφου apartheid) όσο και η περιθωριοποίηση(π.χ. υποκουλτούρες) δεν απουσιάζουν από τα μοντέλα μη-προσαρμογής[63] των ίδιων των μεταναστών. Ανάλογα δε με την μεταναστευτική πολιτική ή με τις “ταυτότητες των μεταναστών” διαμορφώνεται το νομικό status τους που αρχίζει από τα ελάχιστα δικαιώματα των παρανόμως εισελθόντων μέχρι την αναγνώριση ακόμα και πολιτικών δικαιωμάτων (κυρίως στη δεύτερη γενιά)[64].

Η κοινότητα των μεταναστών ούτε μπορεί να επιβάλλει και να καταστήσει σεβαστές ορισμένες βασικές αρχές (κοινωνικής) δικαιοσύνης ούτε μπορεί να ζήσει σ’ ένα πλαίσιο μη-δικαιοκρατικό[65]. Η πολιτική του κοινού αγαθού[66] πρέπει να τους περιλαμβάνει και αυτό επιτυγχάνεται κυρίως με την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη, δηλαδή του φορέα δικαιωμάτων και του μέλους μιας κοινότητας[67] .

Δεν αρκεί η καλοπροαίρετη αμέλεια του (αδιάφορου;) φιλελεύθερου Κράτους ως προς τα προβλήματα της πολυπολιτισμικότητας σε συνδυασμό (σύγκρουση;) με την “εθνική οικοδόμηση”[68]. Χρειάζονται θετικά μέτρα / θετικές διακρίσεις (affirmative action) για την ένταξη. Μέτρα που δεν θα προκύψουν μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες αλλά από την ειλικρινή διαπραγμάτευση με τους ίδιους τους μετανάστες. Οι ίσες ευκαιρίες συμμετοχής συνιστούν μια καλή αρχή για να ξεπεραστούν οι ρατσιστικές συμπεριφορές ακόμα και των κρατικών φορέων. Το ίδιο ισχύει αν συγκροτούσε η Βουλή μια Μόνιμη Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και των διακρίσεων η οποία θα κατέθετε ετήσια έκθεση και προτάσεις. Ο ρόλος του Συνηγόρου του Πολίτη είναι θετικός αλλά δεν αφορά στις μεγάλες πολιτικές αποφάσεις.

Μικροεθνικισμοί[69] , τάσεις εξαγνισμού της υγιούς κοινωνίας από τα μιάσματα[70], πολιτική ορθότητα (των πεφωτισμένων)[71], πολιτικοί, θεσμικοί και διεθνείς παράγοντες (που καθιστούν το οικονομικοκοινωνικό φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης[72] αντικείμενο συγκρούσεων ως προς την ηθική και συναισθηματική βάση των συμπαθητικών ταυτίσεων και απορρίψεων της κοινής γνώμης)[73] επηρεάζουν την μεταναστευτική πολιτική[74] .

Ο μυθοποιητικός χαρακτήρας του φόβου της εθνικής ομάδας, ακόμα και σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, απέναντι στους “τρίτους” μειώνεται μόνο μέσω της ομογενοποίησης[75]. Τα νομικά και πολιτικά μέτρα άλλοτε κρύβουν κι άλλοτε αποκαλύπτουν την ανάγκη να μας διέπει “το δίκαιο του αίματος”[76] απέναντι στους πάσης φύσεως “βάρβαρους”[77]. Το να “είσαι” όμως δεν ταυτίζεται ούτε με το “γεννήθηκες” ούτε με το “υφίστασαι”[78].

Έτσι από τα στερεότυπα δεν ξεφεύγουν ούτε οι παλιννοστούντες επαναπατριζόμενοι[79], όπου η εξωτερική πατρίδα (external homelands)[80] σηκώνει πάλι τείχη στη βάση του  “πόσο έλληνας είναι κάποιος”[81].

Τα ιστορικά ατυχήματα[82] μοιάζει να μην υποχρεώνουν τη μητέρα-πατρίδα για περισσότερη προστασία[83]. Η ελληνοποίηση ως ομογένεια στην εποχή της μετανάστευσης[84] μετατρέπουν συχνά τον σχεδόν ημεδαπό σε ημι-παράνομο αλλοδαπό[85].

Αλλογενείς και αλλοδαποί ομογενείς αισθάνονται ξένοι στην ίδια τους την πατρίδα αφού η εθνική ιδεολογία δεν τους αναγνωρίζει τα πλήρη δικαιώματα των Ελλήνων[86].

Ακόμα και η δημοκρατική επικουρικότητα των τοπικών αρχών και κοινωνιών στην αναγνώριση/προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών[87] δεν λειτουργεί. Η αλληλεγγύη και η συλλογικότητα[88] κινούνται πολύ συχνά σ’ ένα κλίμα ομογενοποίησης[89]. Η συγκρότηση σε κάθε Δήμο Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και των διακρίσεων ίσως αποτελούσε ένα καλό παράδειγμα.

Παράλληλες βιώσεις

Ο ρατσισμός εκτός από τις αρνητικές αντιλήψεις, στάσεις, συμπεριφορές συμπεριλαμβάνει την υποτελή διαβίωση των μεταναστών[90]. Θύματα των προκαταλήψεων[91] θυματοποιούνται και πάλι ως θύματα κοινωνικών, θεσμοθετημένων μέτρων διακρίσεων[92] .

Ο ρατσισμός, αν και δεν έχει επιστημονική θεμελίωση[93], ιεραρχεί και κατατάσσει τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους[94], καλλιεργώντας ή και επιβάλλοντας ανισότητες[95] .

Η ετεροταξινόμηση συνοδεύεται πάντοτε από την αυτοταξινόμηση[96]. Οι θεωρούμενοι “διαφορετικοί άνθρωποι”[97] θέτουν την ετερότητά τους σε διαδικασίες εξορκισμού[98].

Το πέρασμα από την ανισότητα στη διαφορά για πολλούς σηματοδοτεί μια νεο-ρατσιστική μεταμόρφωση[99] (πολιτισμική φυλή)[100].

Μολονότι όλοι απορρίπτουν “μετά βδελυγμίας” τον χαρακτηρισμό του ρατσιστή στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειοψηφία (87,5%) διάκειται αρνητικά απέναντι στη μετανάστευση[101].

Το πιο περίεργο και πλέον ανησυχητικό είναι ότι οι μαθητές και οι φοιτητές διακατέχονται από ξενοφοβικά σύνδρομα μολονότι θα αναμενόταν ότι ως νέοι θα είχαν πιο αλληλέγγυα ανακλαστικά[102] Ακόμα κι αν δεν υπάρχει γκετοποίηση[103] κι αν δεν διατυπώνονται ακραίες θέσεις[104] οι μετανάστες της διπλανής πόρτας[105] συνεχίζουν να είναι “άλλοι”[106] ή και να συνιστούν εθνική απειλή[107].

Ο εθνικός λόγος των ομοίων[108] αντιμετωπίζει την ξενικότητα πολλαπλώς αρνητικά (ως φόβο, ως φενάκη, ως άγνωστο, ως εχθρό)[109].

Η κοινωνική επιρροή των μειονοτήτων που δεν κατέχουν και δεν ασκούν εξουσία είναι περιορισμένη[110] (όπως περιορισμένη είναι η διαπραγματευτική τους δυνατότητα) [111].

Κι όμως ρίχνουμε το βάρος στους ίδιους τους μετανάστες οι οποίοι πρέπει να συνεχίσουν την πρωτοβουλία να μας γνωρίσουν και να γνωρίσουμε κι εμείς -μέσω αυτών- τον πολιτισμό τους[112]. Η αμοιβαία κακοπιστία (όπως άλλωστε και η άρνηση)[113] , ακόμα και η αδιάφορη συμπονετική στάση[114], καταλήγει σε μη-ανοχή απέναντι σε μη ανοχή[115], γι’ αυτό και τα μαθήματα πολιτικής αγωγής για τη συνύπαρξη (με βάση τις αρχές της ισότητας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου)[116] πρέπει να τα κάνουμε στα ίδια θρανία και οι μεν και οι δε.

Ύστερα από μια πρώτη εθνική έκπληξη, έναν πολιτισμικό αιφνιδιασμό και μία κοινωνική δυστοκία ως προς τη διαχείριση του μεταναστευτικού φαινομένου έχουμε περάσει σε μια φάση κοινής αμηχανίας. Λες και κοιταζόμαστε κατάματα μη γνωρίζοντας ποια πρέπει να είναι η επόμενη (σωστή) κίνηση[117] .

Εμείς

-Δεν αισθανόμαστε βαλκάνιοι αλλά ευρωπαίοι, δηλαδή σύγχρονοι και επιτυχημένοι (και απορρίπτουμε τα παλαιό μας προφίλ και τις σχετικές συνήθειες και παραδόσεις)

-Θα διώκαμε π.χ. έναν γάλλο μαθητή σημαιοφόρο με τα ίδια κριτήρια που έχουμε για τον αλβανό;

-Δεν αισθανόμαστε ασφαλείς σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου η γλώσσα μας ή η νοοτροπία μας δεν έχουν την πέραση που είχαν (βλ. Ζορμπάς style).

-Ο ανταγωνισμός μας φοβίζει γι’ αυτό προσπαθούμε στο όνομα του μέλλοντος των παιδιών μας- να μειώνουμε τους δυνάμει ανταγωνιστές (αριστούχους ή σκληρά εργαζόμενους “ξένους”)

-Ο πολιτισμικός ρατσισμός (είμαστε παιδιά ανώτερου πολιτισμού) γίνεται ανταγωνιστικός/ εργασιακός ρατσισμός (όποιος επιβιώσει στην αγορά) και καταλήγει σε φοβικό ρατσισμό (αυτοί είναι οι “κακοί”).

Εκείνοι

-Φοβισμένοι, κυνηγημένοι, δυσπιστούν για την καλή μας πρόθεση και διάθεση.

-Αγωνίζονται ταυτόχρονα για την επιβίωση και για την συμβίωση (μ’ εμάς αλλά και με τους “δύσκολους” συμπατριώτες τους).

-Ρισκάρουν τα πάντα για να μη γυρίσουν πίσω και -κυρίως- για να δώσουν ένα καλύτερο αύριο στα παιδιά τους.

-Ξέρουν, συνειδητοποιούν ότι σε πολλά διαφέρουμε, προσπαθούν να προσαρμοστούν, να μας μοιάσουν, χωρίς όμως να θέλουν να υποχρεωθούν να γίνουν ίδιοι μ’ εμάς. Ανάμεσά μας

Εκτός από τις μισαλλοδοξίες, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα έχουν παρεισφρήσει και δηλητηριάζουν ακόμα περισσότερο το κλίμα, τα ΜΜΕ του μίσους, του φανατισμού, των διαχωριστικών γραμμών, της προπαγάνδας, οι διανοούμενοι των ιστορικών συμψηφισμών και των διεκδικήσεων και οι πολιτικοί των οξύνσεων και των ακροτήτων.

Οι έρευνες δείχνουν ότι ζούνε μόνοι τους. Ότι βιώνουν βίον παράλληλο με τους έλληνες. Ότι δεν συναντιόμαστε παρά μόνο στην αγορά ή στις κακοφορμισμένες ξενοφοβικές εκπομπές. Οι έντιμοι δημοσιογράφοι δεν ξέρουν ποια γραμμή να κρατήσουν με την παλινωδούσα κοινή γνώμη. Οι μαθητές δεν τα βρίσκουν με τους (αλλοδαπούς) συμμαθητές τους καθώς οι δάσκαλοι δε γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν τα νέα “ταξικά” προβλήματα.

Μήπως τελικά δε φταίνε οι καλοί ή κακοί νόμοι αλλά εμείς που δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι πρέπει πρώτοι να τείνουμε το χέρι, να διαπαιδαγωγηθούμε και να ενταχθούμε στη νέα αυτή πραγματικότητα (πριν ζητήσουμε από τους ξένους να ενταχθούν σ’ εμάς); Στο θέμα αυτό ένα Υπουργείο Μετανάστευσης, Παλιννόστησης και Αποδημίας ίσως να ήταν χρήσιμο.

Επι-μυθι(α)κά

Φανταστικές κοινότητες (εθνικιστικού περιεχομένου)ή χαμένες εθνικές ταυτότητες[118] συγκρούονται –με την ευκαιρία της μαζικής μετανάστευσης- στη βάση του “εμείς” (αυτόχθονες) και οι “άλλοι” (ετερόχθονες). Η ξενοφοβία εκτός από ιδεολογήματα εμπεριέχει και την αναπαράσταση ενός εφορμούντος πλήθους ξένων[119], στην κατασκευή της οποίας σημαντικό ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ[120] . Ο βαθμός εχθρότητας, λόγω απειλής των ξένων εθνοτικών ομάδων στη ασφάλεια και την ποιότητα ζωής μας, εξαρτάται από τα κοινωνικά μας στερεότυπα, το επίπεδο ανοχής και την εν γένει κατάσταση της χώρας (π.χ. οικονομική κρίση)[121]. Η διακινδυνεύουσα κοινωνική τάξη και κοινωνική αρμονία ηρεμούν μόνο με την αφομοίωση[122].

Οι “ανάξιοι ακόμα και να υπάρχουν” ή και οι υφιστάμενοι τα νεορατσιστικά πολιτισμικά στερεότυπα[123] “πυροβολούνται” τόσο από την κοινωνία όσο και από τα ΜΜΕ, τα οποία προβάλλοντας προκαταλήψεις ή υπεραπλουστεύοντας την πραγματικότητα δαιμονοποιούν τους μετανάστες[124] (αυξάνοντας -άθελά τους;- τα σε βάρος τους ρατσιστικά φαινόμενα)[125] .

Οι μετανάστες ως απειλή (εγκληματικότητα) που προέρχεται από παθογενείς εθνικές ομάδες[126] και ως συμβολικά εκμηδενισμένα πρόσωπα[127] παρουσιάζονται σαν υπεύθυνοι της κακής τους μοίρας και της δικής μας χειρότερης αντιμετώπισης. Με μισές αλήθειες, κακόγουστο χιούμορ και στιγματιστικές αναφορές τα Media απαξιώνουν τους ήδη κοινωνικά απαξιωμένους[128].

Μειονότητες, πρόσφυγες, μετανάστες, ξένοι, μη πολίτες συγχέονται κατά την αναμετάδοση εγκληματικών ειδήσεων[129]. Η εθνικοκεντρική δημοσίευση/ δημοσιοποίηση και έμφαση εγκλημάτων που τέλεσαν μετανάστες ενισχύει την αποστασιοποίηση και το αίσθημα ανασφάλειας της κοινής γνώμης[130].

Η ταυτότητα του μετανάστη βρίσκεται σε κρίση με συνέπεια να γίνεται σχεδόν αδύνατη η κοινωνική του ένταξη[131] .

Η αρνητική ή αντιφατική αυτο-εικόνα[132] χειροτερεύει από τα μηνύματα που στέλνουν τα ΜΜΕ. Έτσι δημιουργούνται ακούσιες / κατ’ επιβολή μειονότητες[133] ως εσωτερικές αποικίες, αλλά και εσωτερικοί εχθροί[134], που “θυσιάζονται” -μέσω του ιδεολογικού εμποτισμού και της παραπληροφόρησης των Media- για το κοινό καλό[135].

Οι “πληροφορίες” διαμορφώνουν στάσεις που διευρύνουν τις στερεοτυπικές αξιολογήσεις ή και ψευδείς συνειδήσεις[136]. Ταυτόγχρονα παρέχουν επιχειρήματα διαφορετικής οπτικής γωνίας για όσους θέλουν να δώσουν στο “εθνικό εγώ” πρωτεύουσα σημασία[137]. Μολονότι η μειονοτικο-γνωσία είναι μια δευτερογενής διαδικασία αυτογνωσίας εκ των ένδον[138], η σιωπή και τα ταμπού σχετικά με τα εχθρικά σώματα μέσα στο έθνος[139] , η απόρριψη των οριζόντιων ταυτοτήτων[140], ο συχνά προβοκατόρικος αρνητικός ρόλος των ΜΜΕ (δημοσιογράφων και τηλεπαρουσιαστών)[141] που αναπαράγουν “εικόνες και μύθους”[142] δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

Τα ΜΜΕ διαμορφώνουν ένα αρνητικό συλλογικό φαντασιακό[143] μέσα από επιλεκτικές απλουστεύσεις και αποσιωπήσεις[144] .
Ο λόγος των Media ως λόγος των ελίτ[145] επηρεάζει κοινωνικές πρακτικές και ανα-κατασκευάζει κοινωνικές πραγματικότητες[146] ή και επινοεί (εγκληματική) επικαιρότητα[147] .
Άρα για ν’ ανατραπεί αυτή η κατάσταση χρειάζονται βαθιές τομές στην ελληνική κοινωνία και όχι αποσπασματικές ρυθμίσεις στα Media.
Η σύγκρουση ετεροφιλίας και ετεροφοβίας[148] περιστρέφεται άλλοτε γύρω από τα προβλήματα των μεταναστών κι άλλοτε γύρω από την ίδια την μετανάστευση ως πρόβλημα[149]. Στην πραγματικότητα όμως όλες οι στάσεις και αντι-στάσεις αντανακλούν χαρακτηριστικά (προβλήματα;/ προκλήσεις;) της ελληνικής κοινωνίας[150]. Η αμφιθυμία του να αντιμετωπίζονται οι μετανάστες “ούτε ως Έλληνες, ούτε ως ξένοι”[151] δεν αφήνει περιθώρια διαμόρφωσης πλαισίου να θεωρούνται “και ξένοι και Έλληνες”[152] .
Η μεταναστευτική πολιτική λειτουργεί στη βάση των κατηγοριών και των κατηγοριοποιήσεων[153] και παρόλο που επικαλείται πολιτικό πραγματισμό[154] δεν φαίνεται να εκτιμάει ορθά το μη-αναστρέψιμο της πορείας των πραγμάτων.
Η διάκριση ανάμεσα σε έχοντες και μη-έχοντες δικαιώματα όχι μόνο δημιουργεί ανισότητα και προνόμια αλλά στερεί από τους μετανάστες τα νόμιμα μέσα διαπραγμάτευσης[155] και διαμορφώνει κλίμα ή και νομοθετικό πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής έξωσης[156]. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινείται και η κατασταλτική πολιτική ως νομιμοποίηση όχι του ελέγχου των κακών ξένων αλλά του ηθικού πανικού κατά παντός ξένου[157].
Αυτό το “γκρίζο και ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο”[158] αντί ν’ αποπνέει κοινωνικό άρωμα οδηγεί σε αστυνομική/ ποινική εγκληματοποίηση του γενικευμένου Άλλου[159] .
Πρέπει κάποτε να το πάρουμε απόφαση. Η μετανάστευση, η προσφυγιά, το ξεκλήρισμα δεν είναι ούτε τυχαία συμβάντα[160] ούτε θελήματα Θεού. Και κυρίως δεν πρόκειται για συγκυριακά ή πρόσκαιρα φαινόμενα.
Άνθρωποι (εξουσίας) παίρνουν τις αποφάσεις. Άνθρωποι (πόνου) πληρώνουν “τις παράπλευρες απώλειες”. Τους πρώτους τους γνωρίζουμε, αλλά είτε τους φοβόμαστε είτε δεν μπορούμε (ακόμη;) ν’αντιμετωπίσουμε. Οι δεύτεροι μας είναι άγνωστοι,τους φοβόμαστε, αλλά πιστεύουμε ότι μπορούμε να τους κάνουμε ό,τι θέλουμε.
Από τη στιγμή όμως που άνθρωποι καλούνται να διαχειριστούν εγκλήματα ανθρώπων εξουσίας και ν’απαλύνουν βάσανα ανθρώπων πόνου, τα οποιαδήποτε στερεότυπα, οι οποιεσδήποτε προκαταλήψεις, τα οποιαδήποτε μικροσυμφέροντα πρέπει να υποχωρούν. Στην κοινωνία της διακινδύνευσης οφείλουμε να ‘χουμε ξεκάθαρη θέση εάν είμαστε με τους αποκλειστές ή με τους αποκλειόμενους, εάν δηλαδή συντρέχουμε ή ρίχνουμε στον Καιάδα τους όποιους χαμένους του παιχνιδιού.
Ακόμα λοιπόν κι αν δεν είχαμε συνηθίσει στα πολύχρωμα, στα πολύγλωσσα και στα πολύθρησκα πλήθη, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πρόκειται γι’ ανθρώπους με δικαιώματα, με ανάγκες στήριξης αλλά και σεβασμού στην ταυτότητά τους.
Τα καράβια που θα τους έστελναν αλλού, τα τρένα όπου θα στοιβάζονταν κατά χιλιάδες, τα καραβάνια της εξόδου έχουν -και ευτυχώς για την τιμή της ανθρωπότητας- ιστορικά κλείσει τον κύκλο τους. Θα μείνουν μαζί μας, θα ζήσουμε μαζί τους, θα σεβαστούμε και θα προστατεύσουμε ο ένας τον άλλο.
Μολονότι τα παραπάνω ή και άλλα συναφή ζητήματα έχουν μια περίπλοκη τεχνική και διοικητική πτυχή, πιστεύω ότι η θετική ή αρνητική απάντηση κρύβεται στο τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφοσύνη.
Πρέπει συνεπώς να τους δούμε ως ελεύθερους ανθρώπους (και όχι σαν σκλάβους στα παζάρια της παγκοσμιοποίησης), ως ίσους με τον καθένα και μ’εμάς (και όχι σαν απελεύθερους ή σε ομηρεία ευρισκόμενους μη -πολίτες απάτριδες) και “ως αλληλέγγυους αδελφούς” (και όχι σαν αποδέκτες όλων των κινδύνων και παραγωγούς όλων των φόβων).
Η όποια όμως πολιτική ένταξης (για όσους επιθυμούν να κρατήσουν τα εθνικά πολιτισμικά και άλλα στοιχεία τους) ή και αφομοίωσης (για όσους επιθυμούν να γίνουν Έλληνες και στην ψυχή τους) προϋποθέτει συμβίωση και αναγνώριση κοινών διαδρομών και κοινής προοπτικής.
Όλοι φοβούνται όλους. Ο φοβικός ρατσισμός δεν αφήνει κανέναν έξω από το (φαύλο) κύκλο. Η δημοκρατία ανησυχεί για την πολιτική εκδοχή (ακροδεξιός ρατσισμός), τα αριστερά κόμματα ανησυχούν για το ενδεχόμενο ανάπτυξης αστυνομικού κράτους, οι τοπικές κοινωνίες κινούνται άναρχα ανάμεσα στην ξενοφοβία και στην παραοικονομία, ο κάθε Έλληνας νιώθει κάτι μέσα του ν’ αλλάζει. Χωρίς να το πολυκαταλάβει, έχει πλέον εντάξει τον εαυτό του στους αναπτυγμένους, τους πολιτισμένους, τους Ευρωπαίους, τους πετυχημένους, τους εύπορους, με συνέπεια ν’ αρχίζει να αξιολογεί τους “άλλους” όχι μόνον ως διαφορετικούς αλλά κυρίως ως κατώτερους. Ακόμα και λούμπεν στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας πιστεύουν ότι είναι (φυλετικά; πολιτισμικά;) ανώτεροι από τους ξένους.
Τόσο ο φοβικός ρατσισμός απέναντι σ’ “επικίνδυνους” αλλοδαπούς όσο και η άλλη όψη του, τα εγκλήματα μίσους κατά μειονοτικών/ μεταναστών κ.λπ., αναδεικνύουν ένα τουλάχιστον στοιχείο του νεοέλληνα: μην έχοντας αυτογνωσία (παιδεία + ιστορική συνείδηση + σχέδιο επιβίωσης), έχει αρχίσει να φοβάται τον ίδιο του το φόβο.
Φοβάται να αντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη και γι’ αυτό αντιδρά έτσι. Ελπίζω γρήγορα να καταλάβουμε όλοι ότι ούτε ο συμψηφισμός των φόνων, ούτε η ισορροπία του τρόμου, ούτε η άρνηση του παρελθόντος μας (άρα και του παρόντος των “άλλων”) συνιστούν λύσεις. Η δημοκρατία, ο πολιτισμός, η αλληλεγγύη έχουν καλύτερο δρόμο να μας δείξουν. Αρκεί να μη φοβηθούμε ακόμα κι αυτά[161] .

Αναφορές

1. Βλ. Γ. Πανούση, Το εγκληματικό στερεότυπο: κοινωνικό δηλητήριο δια του τύπου διοχετευόμενο;, σε “Εγκληματολογικές Έρευνες-1”, 1991, σ. 127 -Για τον αναίτιο φόνο αλβανού βλ. Παντ. Μπουκάλα, Το ποδαρικό του Λυντς…, Καθημερινή Κυριακής 15/1/06.
2. Βλ. Γ. Γαλάνη, Στ. Τριανταφυλλίδου – Γαλάνη, Μετανάστες και μέσα μαζικής Επικοινωνίας, σε “Τρομοκρατία -Νέα μορφή πολέμου;”, Παπαζήσης 2003, σ. 203.
3. Βλ. Δ. Δώδου, Π. Καφετζή, Α. Μιχαλοπούλου, Ηλ. Νικολακόπουλου, Ξενοφοβία και ρατσισμός στην Ελλάδα 1988-1992, σε “Διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα”, ΕΚΚΕ, τ.Β΄, δεύτερη έκδοση 1989, σ. 335.
4. Βλ. Γ. Γαλάνη, Στ. Τριανταφυλλίδου – Γαλάνη, οπ. π., σ. 216 -βλ. και Μ. Παύλου, Τύπος και μετανάστες στη Θεσ/κη, Εταιρία Πολιτικού Προβληματισμού Ν. Πουλαντζάς, 1999, σ. 3 επ.
5. Βλ. “Καταβολές και συνθήκες εμφάνισης ρατσιστικού λόγου και ρατσισμού στην Ελλάδα” -Ημερήσιος Τύπος και στοιχεία ρατσιστικού λόγου, Επιστ. Υπεύθυνος Γ. Τσιάκαλος, ΠΕΝΕΔ, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης ΑΠΘ, Θεσ/κη 1997-98, σ. 13.
6. οπ. π., σ. 13-14 -βλ. και έρευνα φοιτητών Νομικής ΔΠΘ, σε Β. Καρύδη, Η εγκληματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα, Παπαζήσης 1996, σ. 138 επ.
7. Βλ. Β. Καρύδη, Η εγκληματικότητα των μεταναστών, οπ. π., σ. 123 επ. -βλ. επίσης Αλεξ. Μοσχοπούλου, Η εγκληματικότητα των μεταναστών -Απεικόνιση του φαινομένου στον απογευματινό Τύπο 1990-1999, Ποινικά-69, 2005, σ. 154 -Αναστ. Τσουκαλά, Μετανάστευση και εγκληματικότητα στην Ευρώπη, Α. Σάκκουλας 2001, σ. 49, 56, 61.
8. Βλ. Α. Τσουκαλά, οπ. π., σ. 14, 71.
9. Βλ. Α. Τσουκαλά, οπ. π., σ. 70, Α. Μοσχοπούλου, οπ. π., σ. 150-151.
10. Βλ. Χρ. Κωνσταντινίδου, Κοινωνικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος. Η εγκληματικότητα των Αλβανών μεταναστών στον αθηναϊκό Τύπο, Εγκληματολογικά – 17, 2001, σ. 39 επ.
11. οπ. π., σ. 86.
12. Βλ. Έρευνα: Μελέτη στο χώρο των εργαζομένων στα ΜΜΕ για την αντιμετώπιση των ομογενών, μεταναστών, προσφύγων, Οικονομικό Τμήμα, Τομέας Οικονομικής των Επιχειρήσεων/ΑΠΘ, (Επιστ. Υπεύθυνος: Γ. Ζώτος), Equal, Θεσ/κη 2004, σ. 13.
13. οπ. π., σ. 44 -Για το αστυνομικό ρεπορτάζ βλ. Μ. Παύλου, Οι λαθρέμποροι του φόβου, σε “Μετανάστες στην Ελλάδα”, Ελλ. Γραμμ. 2001, σ. 135.
14. Βλ. Έρευνα, οπ. π., σ. 41-42.
15. οπ. π., σ. 45.
16. οπ. π., σ. 47.
17. οπ. π., σ. 47-48.
18. Πρβλ. Αθ. Γκότοβου, Εκπαίδευση και ετερότητα, Μεταίχμιο 2002, σ. 103.
19. Βλ. Χρ. Κωνσταντοπούλου, Εισαγωγή: αναφορά στην έννοια και στις όψεις των σύγχρονων αποκλεισμών, σε “Εμείς και οι άλλοι”, ΕΚΚΕ, 1999, σ. 13.
20. οπ. π., σ. 27 επ.
21. Πρβλ. Michael Rowe, “Race Riots” in twentieth century Britain, Scurman Centre for the study of public order, 1994, σ. 15 – βλ. και Μ. Παύλου, οπ. π., σ. 132.
22. Βλ. Δ. Χαραλάμπη, Η φαντασιακή κοινότητα των μέσων, σε “Η κατασκευή της πραγματικότητας και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης”, επιμ. Ρ. Παναγιωτοπούλου κ.ά., Αλεξάνδρεια 1998, σ. 370.
23. Πρβλ. Γ. Βέλτσου, Η “κατασκευή της πραγματικότητας και τα ΜΜΕ”, σε “Η κατασκευή…”, οπ. π., σ. 47 -επίσης Μ. Ρήγου, Η κατασκευή του ομοιώματος από την πραγματικότητα της τηλεόρασης, οπ. π., σ. 111.
24. Πρβλ. John Fiske, ΜΜΕ, ταυτότητα και μετανεωτερικότητα, σε “Η κατασκευή…”, οπ. π., σ. 59, 61.
25. Πρβλ. Περσ. Ζέρη, Η μνήμη της κοινωνίας. Από το μοντέλο αποθήκευσης στο μοντέλο παραγωγής μνήμης, σε “Η κατασκευή…”, οπ. π., σ. 73 επ.
26. Πρβλ. Jovan Teokarevi?, Media and Xenophobia: national minorities in the Fr Yugoslav Press, σε “Interculturality versus Racism and Xenophobia”, Beorgad 1998, σ. 305.
27. Πρβλ. Didier Bigo, S?curit? et immigration: vers une gouvernementalite par l’ inquietude?, σε “Securite et immigration” (dir. Didier Bigo), L’ Harmattan, 1998, σ. 13.
28. Πρβλ. Lode van Outrive, Les savoirs universitaires et politiques sur la s?curit? int?rieure en Europe, σε “Securite…”, οπ. π., σ. 161.
29. Βλ. Δ. Ευρυγένη, Εξεταστική Επιτροπή για την άνοδο του φασισμού και του ρατσισμού στην Ευρώπη, ΚΔΕΟΔ, 1987, σ. 112.
30. οπ. π., σ. 112.
31. Βλ. J. Castaign?de, La lutte contre les discriminations, raciales, Eguzkilore 8/1995 σ. 224 -Πρβλ. και Γ. Πανούση (συνέντευξη
σε Νατ. Βουρνά), Η συλλογική εγκληματο-υστερία συντηρείται από τα ΜΜΕ, Αυγή Κυριακής 29/3/98.
32. Βλ. Γ. Πανούση, Η εγκληματικότητα έχει θέαμα, Αγγελιοφόρος Κυριακής 6/6/99, Γ. Πανούση, 10 εγκληματικοί μύθοι, Ελευθεροτυπία 12/6/99.
33. Πρβλ. Ελιζ. Καζαλόττι, Ρατσισμός από την κούνια, Ελευθεροτυπία 13/12/05.
34. Βλ. Ιορδ. Ψημμένου, Κοινωνικό έλλειμμα, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 20/11/05.
35. Βλ. Σοφ. Βιδάλη, Ο κύκλος της αγανάκτησης, Βήμα Κυριακής 19/11/05 -Ιός, Φτηνοί όμηροι, Ελευθεροτυπία 19/3/05.
36. Βλ. Παντ. Μπουκάλα, “Το τερατώδες κοινό γνώρισμα τ’ ανθρώπου”, Καθημερινή Κυριακής 8/5/05.
37. Βλ. Β. Καρύδη, Η διαφορά γεννά το μίσος, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 20/11/05.
38. Βλ. Γ. Πανούση, Παράλληλες εν-τάξεις, Ελευθεροτυπία 10/1/06.
39. Βλ. Γ. Πλειού, Ο ρατσισμός του τηλεοπτικού λόγου, σε “Νέοι, Βία & Ρατσισμός”, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Παπαζήσης 2004, σ. 106, 113, 118 -βλ. επίσης Στ. Θεοδωράκη, Ο ρατσισμός στην τηλεόραση και ο ρατσισμός της τηλεόρασης, οπ. π., σ. 193 επ.
40. Βλ. Γ. Πλειού, οπ. π., σ. 120 επ.
41. Βλ. Nancy Green, Οι δρόμοι της μετανάστευσης, Σαββάλας 2004, σ. 38.
42. οπ. π., σ. 54 επ., 68 επ.
43. Πρβλ. Γ. Τσιάκαλου, Οδηγός αντιρατσιστικής εκπαίδευσης, Ελλ. Γραμμ. 2000, σ. 21.
44. Βλ. Αλ. Αθανασιάδου – Β. Θεοδωροπούλου, Των ξένων οι κοινότητες, Καθημερινή Κυριακής 2/5/99 -Γ. Τούλα, Ξένοι στην πόλη -Έχουν τα δικά τους στέκια, Close up Μάης 1999, σ. 86 επ. -βλ. και Φ. Τσαλίκογλου, Ο ξένος ψυχισμός, Νέα 24/8/98 -Γ.Πανούση, Δεν έχει χρώμα ο φόβος, Νέα 27/2/96.
45. Βλ. Γκαζμέντ Καπλάνι, Η εξομολόγηση ενός ξενιτεμένου, Αθήνα 1999, σ. 7.
46. Βλ. Διακήρυξη Παγκόσμιας Διάσκεψης κατά του Ρατσισμού, των Φυλετικών Διακρίσεων, της Ξενοφοβίας και της Συναφούς
Μισαλλοδοξίας σε “έκδοση Υπουργείου Εξωτερικών, Επιτροπή για τις ΜΗΚΥΟ”, χ. χρ., σ. 28 επ., 43 επ.
47. Βλ. Ν. Δεμερτζή, Ο λόγος του εθνικισμού, Α. Σάκκουλας, 1996 -βλ. και Ζ. Παπαδημητρίου, Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός, 2000, σ. 245.
48. Βλ. Ranko Bugarski, Racism and Xenophobia in language, σε “Interculturality versus Racism and Xenophobia”, Beorgad 1998, σ. 37.
49. Βλ. Aleksandar B?skovi?, The age of innocence, σε “Interculturality…”, οπ. π., σ. 127, 131 -βλ. Lev Kreft, Crisis of Enlightenment and the scare of difference, σε “Interculturality…”, οπ. π., σ. 79, 84 -βλ. και Ζ. Παπαδημητρίου, οπ. π., σ. 117.
50. Βλ. Al. Boskovic, οπ. π., σ. 133.
51. Πρβλ. Mike Brake, Under heavy manners: a consideration of Racism, Black Youth Culture and Crime in Britain, σε “Race, Crime and Culture”, Crime and Social Justice-20, χ. χρ., σ. 4.
52. Βλ. G. Picca, Integration sociale et exclusion sociale en Europe, Eguzkilore, 8/1995, σ. 176.
53. Βλ. Jocelyne Castaign?de, La lutte contre les discriminations raciales: Le r?le du droit p?nal et de la criminologie en France, Eguzkilore 8/1995, σ. 222-223.
54. Βλ. Ζ. Παπαδημητρίου, Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός, Ελλ. Γραμμ. 2000, σ. 44 -βλ. και Λ. Βεντούρα, Πολιτικός λόγος, κοινωνικές επιστήμες και μετανάστευση, Ελευθεροτυπία 16/1/06.
55. Βλ. “Race, culture, Psychology and Law” (ed. Kimberly Holt Barrett, William H. George), Sage 2005, σ. ix -βλ. και Ι. Κούρτοβικ, Μετανάστες: ανάμεσα στο δίκαιο και τη νομιμότητα, σε “Μετανάστες…”, οπ. π., σ. 176 επ.
56. Πρβλ. Dee Cook, Racism, Citizenship and Exclusion, σε “Racism and Criminology”, (ed. Dee Cook, Barbara Hudson), Sage 1993, σ. 136-139.
57. Βλ. Al. B?skovi?, οπ. π., σ. 137.
58. Πρβλ. Γρ. Πασχαλίδη, Η πολιτισμική ταυτότητα ως δικαίωμα και ως απειλή, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 80-81.
59. Πρβλ. Νικ. Ιντζεσίλογλου, Περί της κατασκευής συλλογικών ταυτοτήτων, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 179.
60. Πρβλ. Μ. Θανοπούλου, Η συλλογική μνήμη ως στοιχείο της πολιτιστικής ταυτότητας, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 221.
61. Πρβλ. Μ. Πετρονώτη, Το πορτραίτο μιας διαπολιτισμικής σχέσης -Κρυσταλλώσεις, ρήγματα, ανασκευές, Unesco/ ΕΚΚΕ, Πλέθρον 1998, σ. 63 επ.
62. Βλ. Helle Kjaerulff, Lars Monsen and Pavel Vacek, Majorities, minorities and Democracy, Cice Guidelines-3, London, 2003, σ. 5-7.
63. οπ. π., σ. 5.
64. Βλ. Mike King, Fortress Europe -The Inclusion and Exclusion of Migrants, Asylum Seekers and Refugees, Centre for the Study of Public Order, University of Leicester, 1994, σ. 15.
65. Πρβλ. Will Kymlicka, Η πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας, εισαγ/μτφ. Γρ. Μολυβάς, Πόλις 2005, σ. 220, 473.
66. οπ. π., σ. 332.
67. οπ. π., σ. 401.
68. οπ. π., σ. 467.
69. Βλ. Αρ. Μάνεση, Ο διεθνιστικός εθνικισμός και η έξαρση του ρατσισμού, Βήμα Κυριακής 20/6/99.
70. Βλ. Philippe Videlier, Η σημειολογία του μίσους, Monde Diplomatique 1/5/1993 -βλ. Κλ. Γρίβα, Ρατσισμός και.. αποδιοπόμπηση, Πρώτο Θέμα 15/1/06.
71. Βλ. Δ. Δημητράκου, Η τυραννία της “πολιτικής ορθότητας”, Βήμα Κυριακής 14/2/99.
72. Βλ. Στεφ. Πεσμαζόγλου, Μερικότητα και καθολικότητα στις κοινωνικές επιστήμες, σε “Μειονότητες στην Ελλάδα” (Επιστ. Συμπόσιο 7-9/11/02), Πρακτικά 2004, σ. 420 επ. 73. οπ. π., σ. 425.
74. Βλ. Ξ. Κοντιάδη, Κοινωνικά δικαιώματα και νέο θεσμικό πλαίσιο, Ελευθεροτυπία 10/1/06, Χ. Κασίμη, Οι διαστάσεις και οι
αντιφάσεις του φαινομένου, Ελευθεροτυπία 10/1/06, Θ. Παπαθεοδώρου, Δικαιώματα σε εκκρεμότητα, Ελευθεροτυπία 10/1/06.
75. Βλ. Emmanuel Wallon, Entre le globe et le groupe: Le paradoxe fran?ais, σε “Le Droit face au Racisme” (dir. Emm. Decaux), Pedone, 1999, σ. 20.
76. Πρβλ. C?raud la Le Pradelle, Moyens juridiques et moyens politiques de la lutte contre le racisme, σε “Le Droit face…”, οπ. π., σ. 49.
77. Πρβλ. Dragan ?uni?, Neighbour and fellow – citizen, σε “Interculturality…”, οπ. π., σ. 119, 123 -Για την ξενομανία ως “ξυπασιά” βλ. Περικλή Γιαννόπουλου, Ξενομανία, Ροές 1995, σ. 17.
78. Πρβλ. Ζακύ Πρυνεντύ, Πολιτισμική ταυτότητα: μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 53 επ. -βλ. Και Αντ. Παπαρίζου, Η ταυτότητα των ελλήνων, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 139.
79. Βλ. Ευτ. Βουτυρά, Μετανάστευση στην πατρίδα, σε “Μειονότητες…”, οπ. π., σ. 234.
80. οπ. π., σ. 245 -Πρβλ. Αν. Σωτηριάδου, Η εκπαίδευση και η πολιτισμική ανάπτυξη των αποδήμων, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 298 -Μ. Τζωρτζοπούλου, Η νεολαία των ποντίων. Ζητήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 329.
81. Βλ. Δ. Χριστόπουλου, Η Ελλάδα της ομογένειας: από μητέρα – πατρίδα, καπιταλιστική μητρόπολη, σε “Μειονότητες…”, οπ. π., σ. 131.
82. οπ. π., σ. 433.
83. οπ. π., σ. 438, 446 επ.
84. οπ. π., σ. 447.
85. Βλ. Κ. Τσιτσελίκη, Ο κανόνας δικαίου ως έκφραση εθνικής ιδεολογίας, σε “Μειονότητες…”, οπ. π., σ. 458.
86. οπ. π., σ. 475, 445.
87. Πρβλ. Lady Jossie Farrington, Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές και η απειλή του ρατσισμού, σε “Μετανάστες, Ρατσισμός και Ξενοφοβία”, Διεθνές Συνέδριο 1997, Α. Σάκκουλας 1998, σ. 226.
88. Πρβλ. Μ.Χ. Ψημίτη, Η ατομική επιλογή ως παράγοντας πολιτισμικής ταυτότητας, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 105.
89. Πρβλ. Όλγας Τσακηρίδη – Θεοφανίδη, Τοπική αυτοδιοίκηση και πολιτισμική διαχείριση, σε “Εμείς…”, οπ. π., σ. 245.
90. Βλ. Γ. Τσιάκαλου, οπ. π., σ. 83.
91. οπ. π., σ. 149, 153, 157.
92. οπ. π., σ. 161 -βλ. και “Η συμβολή των ΜΜΕ κατά της ξενοφοβίας”, ΑστΕπιθ, Σεπτ. 1998, σ. 548 επ.
93. Βλ. Δ. Ευρυγένη, Εξεταστική Επιτροπή για την άνοδο του φασισμού και του ρατσισμού στην Ευρώπη, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, Θεσ/κη 1987, σ. 24 επ.
94. Βλ. Albert Jacquard, Science and racism, σε “Racism, science and pseudo-science”, Unesco 1983, σ. 15.
95. Βλ. Habib Tawa, Historical aspects of the question of science and racism, σε “Racism…”, οπ. π., σ. 61 επ.
96. Βλ. Αθ. Γκότοβου, οπ. π., σ. 108.
97. Βλ. Χρυσ. Κωνσταντοπούλου, Εισαγωγή: αναφορά στην έννοια και στις όψεις των σύγχρονων αποκλεισμών, σε “Εμείς και οι άλλοι”, ΕΚΚΕ, Τυπωθήτω 1999, σ. 11, 14.
98. οπ. π., σ. 15, 17.
99. οπ. π., σ. 22 επ.
100. Βλ. Ζ. Πρυνεντύ? οπ. π., σ. 55 επ. -Χ. Ανθόπουλου, Προστασία κατά του ρατσισμού και ελευθερία πληροφόρησης 2000, σ.
68 -βλ. επίσης Β. Τσιώρου, Πολιτισμική, η νέα μορφή ρατσισμού, Ελευθεροτυπία 15/6/98.
101. Βλ. Μαρ. Δεληθανάση, Έλληνες, οι πιο ξενόφοβοι στην Ευρώπη, Καθημερινή Κυριακής 18/12/05 -Για σχετικές έρευνες βλ. Α. Μοσχοπούλου, οπ. π., σ. 52 επ.
102. Βλ. μ.ά. Κ. Μοσχονά, Ευρωπρωταθλητές στην ξενοφοβία οι έλληνες μαθητές και φοιτητές, Ελευθεροτυπία 12/6/2000 -βλ. έρευνα μαθητών 2ου Γυμνασίου Κερατσινίου, 2004 -Πρβλ και συνέντευξη Προέδρου ΙΜΕΠΟ Αλ. Ζαβού, Έθνος 18/9/05.
103. Βλ. Μ. Δεληθανάση, Η Ελλάδα δεν είναι Γαλλία…, Καθημερινή Κυριακής 13/11/05.
104. Βλ. Μ. Δεληθανάση, Η Άκρα Δεξιά εναντίον των μεταναστών, Καθημερινή Κυριακής 31/12/05 – 1/1/06.
105. Βλ. ομότιτλο ρεπορτάζ Νατ. Βασιλειάδου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 25/9/05.
106. Βλ. Ν. Κωνσταντάρα, “Οι άλλοι” ανάμεσά μας, Καθημερινή Κυριακής 13/11/05.
107. Βλ. δημοσκόπηση, Νέα 16/3/05.
108. Βλ. Προλογικό σημείωμα, σε “Όψεις της ετερότητας” (επιμ. Αργ. Κυρίδη, Αντρ. Ανδρέου), Gutenberg 2005, σ. 12-13.
109. Βλ. Μίμη Σουλιώτη, Περί ετερότητας φιλολογικό σημείωμα, σε “Όψεις…”, οπ. π., σ. 20-21.
110. Βλ. Στ. Παπαστάμου -Γκ. Μιούνυ, Μειονότητες και εξουσία, Αλέτρι 1983, σ. 35.
111. οπ. π., σ. 36 επ.
112. Βλ. Μαγκντύ Χέλμυ, Η θέση των ομάδων μεταναστών, σε “Μετανάστες…”, οπ. π., σ. 246 -Για τη διαχείριση από τους ίδιους της ταυτότητάς τους βλ. Μ. Παύλου, Οι λαθρέμποροι…, οπ. π., σ. 148.
113. Βλ. Tahar Ben Jelloun, Ο ρατσισμός όπως τον εξήγησα στην κόρη μου, Νέα Σύνορα- Α.Α. Λιβάνη 1998, σ. 46, 56 -βλ. και Al. B?skovi?, οπ. π., σ. 130.
114. Βλ. Ντένους Πρας, Γεννηθήκαμε ρατσιστές;, Πατάκης 1996, σ. 97.
115. Βλ. Peter – Emil Mitev, Discriminatory Attitudes, σε “Interculturality…”, οπ. π., σ. 250 -βλ. και Ιός Κυριακής, Βαλκανικά στερεότυπα. Πώς μας βλέπουν οι γείτονες, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 23/1/2000 -βλ. απόψεις όλων των εφημερίδων μεταναστών που εκδίδονται στη χώρα μας ότι “δεν υπάρχει επικοινωνία του μετανάστη με τον πολίτη της χώρας όπου ζει”, σε Αγγ. Μπούμπουκα,
“Εδώ δεν θα γίνει της Γαλλίας”, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 20/11/05.
116. Βλ. Χρ. Κουλούρη, Η ισχύς της πλειονότητας και τα δικαιώματα των “ολίγων”, Βήμα 18/10/98.
117. Βλ. Γ. Πανούση, Παράλληλες εν-τάξεις, Ελευθεροτυπία 10/1/06.
118. Βλ. Π. Καφετζή, Μια θεωρητική προσέγγιση της ξενοφοβίας, σε “Μακεδονία και Βαλκάνια – Ξενοφοβία και Ανάπτυξη”
(Αικατ. Μιχαλοπούλου κ.ά.), ΕΚΚΕ, Αλεξάνδρεια 1998, σ. 21 επ.
119. οπ. π., σ. 29.
120. Για το μικρό αριθμό που δεν θέτει σε δοκιμασία τις συμπεριφορές βλ. Δ. Ευρυγένη, οπ. π., σ. 52.
121. Βλ. Π. Καφετζή, κ.ά., Εμπειρικές διαστάσεις της ξενοφοβίας, σε “Μακεδονία…”, οπ. π., σ. 174-175, 178, 190.
122. οπ. π., σ. 203 επ. -Πρβλ. Χρ. Κάτσικα, Εκτός “τάξης” το “διαφορετικό”, Gutenberg 1999, σ. 31 επ.
123. Βλ. Χαρ. Ανθόπουλου, Προστασία κατά του ρατσισμού και ελευθερία πληροφόρησης, Παπαζήσης 2000, σ. 65, 68.
124. οπ. π., σ. 69.
125. οπ. π., σ. 70.
126. οπ. π., σ. 71 επ., 73.
127. οπ. π., σ. 78.
128. οπ. π., σ. 82 επ.
129. Βλ. Hans – Joerg Albrecht, Minorities, crime and criminal Justice in the Federal Republic of Germany, σε “Minorities,
Migrants and Crime (ed. Ineke Haen Marshall), Sage 1997, σ. 89-91.
130. Βλ. Γ. Γαλάνη, Η εγκληματικότητα των μεταναστών στον Τύπο, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 74/1989, σ. 65 -βλ. Και “Εγκληματικότητα και Λαθρομετανάστευση”, Ελλ. Τμ. Διεθνούς Εταιρείας Κοινωνικής Άμυνας, Θεσ/κη 12/1998, passim -Γ. Κιούση, Η ταυτότητα του εγκλήματος, Ελευθεροτυπία 12/11/04.
131. Βλ. Hanna Malewska – Peyre, Introduction, σε “Crise d’ identit? et d?vianve chez les jeunes immigr?s”, C.F.R.E.S Vaucresson,
1981, σ. 26 -πρβλ. Νικ. Πατηνιώτη, Εξάρτηση και μετανάστευση, ΕΚΚΕ, Αθήνα 1990, σ. 242 επ. (ένταξη παιδιών ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία).
132. Βλ. Hanna Malewska – Peyre, L’ image de soi des jeunes, σε “Crise…”, οπ. π., σ. 271 -Για “φαντασιακού τύπου εγγύτητα” βλ. Αθ. Γκότοβου, Από το κοινωνικό περιθώριο στο έθνος των τσιγγάνων, σε “Μειονότητες…”, οπ. π., σ. 169.
133. Πρβλ. Jim Cummins, Ταυτότητες υπό διαπραγμάτευση, Gutenberg 1999, σ. 71.
134. οπ. π., σ. 71-72.
135. οπ. π., σ. 262.
136. Βλ. Αργ. Κυρίδη, Οι μεταλλάξεις της ετερότητας, σε “Όψεις…”, οπ. π., σ. 107 επ., 118.
137. Βλ. Αντρ. Ανδρέου, Ιστορίας στερεότυπα, σε “Όψεις…”, οπ. π., σ. 200.
138. Βλ. Στ. Πεσμαζόγλου, οπ. π., σ. 427.
139. Πρβλ. Ηρ. Μήλλα, Η δυσκολία προσέγγισης του θέματος “Μειονότητες”, σε “Μειονότητες στην Ελλάδα” (Επιστημονικό Συμπόσιο 7-9/11/02), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Πρακτικά 2004, σ. 22-24.
140. Βλ. Παυλίνας Νάσιουτζικ, Οι μειονότητες στην πολιτική σκέψη το 19ο αιώνα, σε “Μειονότητες…”, οπ. π., σ. 39.
141. Βλ. Αλ. Ηρακλείδη, Τα αίτια αντιμειονοτικής στάσης στην Ελλάδα, σε “Μειονότητες…”, οπ. π., σ. 48.
142. Πρβλ. Φωτ. Τσιμπιρίδου, Αποχρώσεις μιας “μειονοτικής κατάστασης”, σε “Μειονότητες…”, οπ. π., σ. 103.
143. Βλ. Φ. Τσιμπιρίδου, Μετανάστες και πολιτισμός, σε “Η Ελλάδα της μετανάστευσης”, ΚΕΜΟ, Κριτική 2004, σ. 154.
144. Βλ. Αθ. Μαρβάκη, Δ. Παρσάνογλου, Μ. Παύλου, Μετανάστες στην Ελλάδα: “προβλήματα, κοινωνικά φαινόμενα και υποκείμενα”, σε “Μετανάστες στην Ελλάδα”, Εταιρεία Πολιτικού Προβληματισμού Ν. Πουλαντζάς, Ελλ.Γραμμ. 2001, σ. 17.
145. Βλ. Μ. Παύλου, Οι “λαθρέμποροι του φόβου”: ρατσιστικός λόγος και μετανάστες στον τύπο μιας υποψήφιας μητρόπολης, σε “Μετανάστες…”, οπ. π., σ. 129.
146. οπ. π., σ. 130 επ.
147. οπ. π., σ. 137.
148. Βλ. Μ. Παύλου, Οι μετανάστες “σαν κι εμάς”: όψεις της απόκρισης στο μεταναστευτικό φαινόμενο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, σε “Η Ελλάδα της μετανάστευσης” (επιμ. Μ. Παύλου, Δ. Χριστόπουλος), ΚΕΜΟ, Κριτική 2004, σ. 44 επ., 49 επ.
149. οπ. π., σ. 59 επ.
150. Βλ. Αθ. Μαρβάκη, Κοινωνική ένταξη ή κοινωνικό απαρντχάϊντ, σε “Η Ελλάδα…”, οπ. π., σ. 97 επ., 106 επ.
151. Βλ. Δ. Χριστόπουλου, Οι μετανάστες…, σε “Η Ελλάδα…”, οπ. π., σ. 356 επ.
152. οπ. π., σ. 363 επ.
153. Βλ. Ηλ. Πετράκου, Η κατασκευή της μετανάστευσης στην ελληνική κοινωνία, σε “Μετανάστες…”, οπ. π., σ. 44.
154. Βλ. Δ. Χριστόπουλου, Το τέλος της εθνικής ομο(ιο)γένειας: παραδοσιακές και νέες μορφές ετερότητας στην Ελλάδα, σε “Μετανάστες…”, οπ. π., σ. 75.
155. Βλ. Λ.Βεντούρα, Εθνικισμός, ρατσισμός και μετανάστευση στη σύγχρονη Ελλάδα”, σε “Η Ελλάδα…”, οπ. π., σ. 177.
156. Βλ. Δ. Χριστόπουλου, Οι μετανάστες στην ελληνική πολιτική κοινότητα, σε “Η Ελλάδα…”, οπ. π., σ. 350-351.
157. Βλ. Στρ. Γεωργούλα, Η νέα μεταναστευτική κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα και η νομιμοποίησή της, σε “Μετανάστες…”, οπ. π., σ. 210 επ.
158. Βλ. Β. Καρύδη, Το ζήτημα της δεύτερης γενηάς: Έγκλημα και Μετανάστευση, σε “Η Ελλάδα…”, οπ. π., σ. 205.
159. οπ. π., σ. 206, 228.
160. Βλ. Β. Καρύδη, Το ζήτημα…, σε “Η Ελλάδα…”, οπ. π., σ. 205: “δεν πρόκειται για ιστορικό ατύχημα”.
161. Βλ. Γ. Πανούση, Μεταναστών μετ-ανάσταση;, Νέα 16/5/05.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: